Page images
PDF
EPUB

Α. D. 60.

ACTS ΧΧΙΙ. 22-30.-ΧΧΙΙ. 1--3.

Α. D. 60.

ait,

από της γης τον τοιούτον» ου γας καθήκον And the chief captain answered, With αυτόν ζήν.

a great sum obtuined I this freedom. And they gave him audience unto this And Puul said, But I was free bora. word, and then lifted up their voices,

VER. 99. and suid, Away with such a fellow from

Ευθέως ούν ανέστησαν απ' αυτού σε the earth: for it is not fit that he should

μέλλοντες αυτόν ανετάζειν» και ο χιλίαρχος live. VER. 93.

δε έφοβήθη, έπιγνούς ότι “Ρωμαϊός έστι, και

ότι ήν αυτόν δεδεκώς. Κραυγαζόντων δε αυτών, και ριπτούντων τα μάτια, και κονιορτόν βαλλόντων εις τον λim which should have examined hire :

Then straightway they departed from αέρα,

and the chief captain also was afraid, And as they cried out, and cast off nfter he knew that he was a Roman, and their clothes, and threw dust into the because he had bound him.

* Or, tortured him. VER. 24. 'Εκέλευσεν αυτόν και χιλίαρχος άγεσθαι

VER. 50. εις την παρεμβολήν, είπών μάστιξιν άνε Τη δε επαύριον, βουλόμενος γνάται το τάζεσθαι αυτόν· ένα επιγνά δι' ήν αιτίαν ασφαλές, το, το κατηγορείται, παρά των ούτως έπεφώνουν αυτοί.

Ιουδαίων, έλυσεν αυτών από των δεσμών, The chief captain commanded him to και εκέλευσεν ελθείν τους αρχιερείς και be brought into the castle, and bade that όλον το συνέδριον αυτών και καταγαγών he should be examined by scourging και τον Παύλον έστησεν εις αυτούς. that he might know wherefore they cried On the morrow, because he would have 80 against him.

known the certainty wherefore he was VER. 23.

accused of the Jews, he loosed him from Ως δε προέτεινεν αυτόν τοϊς ομάσιν, Priests and all their council to appeur,

his bands, and commanded the Chief είτε προς τον εστώτα εκατόνταρχος and brought Paul down, and et himo Παύλος: Εί άνθρωπον “Ρωμαίος και ακατά

before them. κριτον έξεστιν υμίν μαστίζεις; And as they bound him with thongs,

CHAP. XXIII.--VER. 1. Paul said unto the centurion that stood Ατένισας δε ο Παύλος τα συνεδρία, είπε: by, Is it lawful for you to scourge a man | "Ανδρες αδελφοί, εγώ πάση συνειδήσει άγαthat is a Roman, and uncondemned? θη πεπολίτευμαι τώ Θεώ άχρι ταύτης της

ημέρας. VER. 26.

And Paul, earnestly beholding the 'Ακούσας δε και εκατόνταρχος, προσελθών council, said, Men and brethren, Ιλετε απήγγειλε τα χιλιάρχο, λέγων: “ορα τι | lived in all good conscience before Ged μέλλεις ποιείν: ο γάς άνθρωπος ούτος Ρω- until this day. μαϊός έστι.

VER. 2.
When the centurion heard that, he ο δε αρχιερεύς Ανανίας επέταξε τους
uent and told the chief captain, saying, παρεστώσιν αυτα, τύπτες αυτού το
Take lieed what thou doest: for this man otója.
is a Roman.

And the High Priest Ananias com-
VER. 97.

manded them that stood by him to smito
Προσελθών δε και χιλίαρχος είπεν αυτώ: him on the mouth.
Λέγε μοι, ει συ Ρωμαίος εί; ο δε έφη:
Ναί. .

VER. 3.
Then the chief captain came, and said

Τότε ο Παύλος προς αυτόν είπε: Τύπτει unto him, Tell me, art thou a Roman?

σε μέλλει ο Θεός, τοίχε κεκατιαμένε» και He said, Yea.

συ κάθη κρίνων με κατά τον νόμον, και πε

ρανομών κελεύεις με τύπτεσθαι; VER. 28.

Then said Paul unto him, God shall Απεκρίθη τε ο χιλίαρχος: 'Εγώ πολλού | smite thee, thou whited mall: fr siftest κεφαλαίου την πολιτείαν ταύτην έκτησά- | thou to judge me after the ιαε, * and μην. ο δε Παύλος έφη: 'Εγώ δε και γε- commandest me to be smitten contrary to γέννημαι.

the law?

[merged small][ocr errors]
[merged small][ocr errors][merged small]

a Doth our law judge any man be

VER. 9. fore it hear him, and know, what he

'Εγένετο δε κραυγή μεγάλη και ανα*doeth ? John vii. 51.

στάντες οι Γραμματείς του μέρους των

Φαρισαίων διεμάχοντο, λέγοντες: Ουδέν καVER. 4.

κον ευρίσκομεν εν τώ ανθρώπω τούτω ει δε οι δε παριστώτες είσον: Τον αρχιερέα πνεύμα ελάλησεν αυτώ, και άγγελος, μη του Θεού λοιδορείς και

θεομαχώμεν. And they that stood by said, Revilest And there arose a great cry: and the thou God's High Priest ?

Scribes that were of the Pharisees' part

arose, and strove, saying, We find no VER. 5.

evil in this man: but if a spirit or an "Έφη τε ο Παύλος: Ουκ ήδειν, αδελφοί, | angel hath spoken to him, let us not ότι έστιν αρχιερεύς: γέγραπται γάρ. "Αρ- fight against God. χοντα του λαού σου ουκ έρείς κακώς.

VER. 10. Then said Paul, I wist not, brethren, Πολλής δε γενομένης στάσεως, ευλαβηthat he was the High Priest

: for it is | θείς ο χιλίαρχος μη διασπασθή ο Παύλος written, Thou shalt not speals evil of the | υπ' αυτών, εκέλευσε το στράτευμα καταruler of thy people.

Εάν αρπάσαι αυτόν εκ μέσου αυτών, άγειν • Thou shalt not revile the gods, τε εις την παρεμβολήν. nor curse the ruler of thy people,

And when there arose a great dissen. Exod. xxii. 28.

sion, the chief captain, fearing lest Paul

should have been pulled in pieces of VER. 6.

them, commanded the soldiers to go Γνους δε ο Παύλος ότι το ένα μέρος έστι down, and to take him by force from Σαδδουκαίων, το δε έτερον Φαρισαίων, έκρα- among them, and to bring him into the

castle. ξεν εν τω συνεδρία 'Ανδρες αδελφοί, εγώ

VER. 11. Φαρισαίος είμι, υιός Φαρισαίου περί ελπίδος και αναστάσεως νεκρών εγώ κρίνομαι. Τη δε επιούση νυκτί επιστας αυτό και

Κύριος είπε: Θάρσει, Παύλε» ως γαρ διε• But when Paul perceived that the | μαρτύρω τα περί εμού εις Ιερουσαλήμ, one part were Sadducees, and the other | ούτω σε δεί και εις Ρώμην μαρτυρήσαι. Pharisees, he cried out in the council, Men and brethren, I am a Pharisee, the

And the night following a the Lord son of a Pharisee : of the hope and re

b stood by him, and said, Be of good cheer, surrection of the dead I am called in Paul: for as thou hast testified of me

in Jerusalem, so must thou bear witness question.

also at Rome, 2 Behold, I send you forth as sheep

a See on Luke ii. ver. 11. clause S. in the midst of wolves : be ye there

See on Matt. xxviii. ver. 20. clause 2. fore wise as serpents, and harmless as doves, Matt. X. 16.

VER. 12.

Γενομένης δε ημέρας, ποιήσαντές τινες VER. 7.

των Ιουδαίων συστροφήν, ανεθεμάτισαν Τούτο δε αυτού λαλήσαντος, εγένετο εαυτούς, λέγοντες· μήτε φαγείν, μήτε στάσεις των Φαρισαίων και των Σαδδου- πιείν, έως oύ αποκτείνωσι τον Παύλον. καίων και έσχίσθη το πλήθος.

And when it was day, certain of the And when he had so said, there arose Jews banded together, and bound thema dissension between the Pharisees and selves • under a curse, saying that they the Sadducees: and the multitude was would neither eat nor drink till they divided.

had killed Paul. VER. 8.

• Or, with an oath of execration. Σαδδουκαίοι μεν γαρ λέγουσι μή είναι ανάστασιν, μηδέ άγγελον, μήτε πνεύμα

VER. 13. Φαρισαίοι δε ομολογούσι τα αμφότερα. *Ησαν δε πλείους τεσσαράκοντα οι ταύFor the Sadducees say that there is no

την την συνωμοσίαν πεποιηκότες. resurrection, neither angel, nor spirit : And they were more than forty which but the Pharisees confess both.

had made this conspiracy.

A, D. 60.

ACTS ΧΧιι. 14 24.

Α. D. 60.

VER. 14.

Then the chief captain took him by οίτινες, προσελθόντες τοις 'Αρχιερεύσι

the hand, and went with him aside priκαί τούς πρεσβυτέρους, είπον 'Αναθέματι ναtely, and asked him, What is that αναθεματίσαμεν εαυτούς, μηδενός γεύσασ- | thou hast to tell me? θαι έως ου αποκτείνωμεν τον Παύλον.

VER. 20. And they came to the Chief Priests

Είπε δε: “Οτι οι Ιουδαίος συνέθεντο τα αnd elders, and said, We have bound έρωτήσαι σι όπως αύριον εις το συνέδριο ourselves uuder a great curse, that we will eat nothing until we are slαι καταγάγης τον Παύλον, ως μέλλοντές τι Paul.

ακριβέστερον συνθάνεσθαι περί αυτώ. VER. 15.

And he said, The Jews hare agreed to Νύν ούν υμείς εμφανίσατε τα χιλίαρχο, | desire thee that thou wouldest tring does συν τα συνεδρίων, όπως αύριον αυτόν κατα

Paul to-morrow into the council, as γάγη προς υμάς, ως μέλλοντας διαγινώσκειν | though they would enφuire someuchat ακριβέστερον τα περί αυτού• ημείς δε, προ | him more perfectly. του εγγίσαι αυτόν, έτοιμοι εσμεν του ανελειν αυτόν.

VER. 91. Now therefore ye with the council Συ ούν μη πεισθής αυτοίς· ενεδρεύσει είgnify to the chief captain that he bring | γαρ αυτόν εξ αυτών άνδρες πλείους τέσσαhim down unto you to-morrow, as though | ράκοντα, οίτινες αναθεμάτισαν εαυτούς μήye would enquire something more per

τε φαγείν, μήτε πιείν, έως και ανέλωσιν αυfectly concerning him: and we, or ever

τόν· και νυν έτοιμοι εισι, προσδεχόμενοι he come near, are ready to kill him.

την από σου επαγγελίας. VER. 16.

But do not thou yield unto them: for 'Ακούσας δε ο υιός της αδελφής Παύλου | there lie in wait for him of them mere το ένεδρoν, παραγενόμενος και εισελθών εις | than forty men, which have bound themτην παρεμβολήν, απήγγειλε τον Παύλο.

selves with an outh, that they will neiAnd when Paul's sister's son heard of ther eat når drink till they here killed their lying in wait, he went and entered him: and now are they ready, looking into the castle, and told Paul.

I for a promise from thee.
TER. 17.

VER. 99.
Προσκαλεσάμενος δε ο Παύλος ένα των

“ο μεν ούν χιλίαρχος ανέλυσε τον Βαεκατοντάρχων, έφη: Τον νεανίαν τούτον νίαν, παραγγείλας μηδενί έκλαλήσαι έτι απάγαγε προς τον χιλίαρχος έχει γάρ τι ταύτα ενεφάνισας πρός με. απαγγείλαι αυτώ. Then Paul called one of the centurions young man depart, and charged him,

So the chief captain then let the unto him, and said, Bring this young See thou tell so man that thou hast man unto the chief captain: for he hath shewed these things to me. a certain thing to tell him. VER. 18.

VER. 25. Ο μεν ούν παραλαβών αυτών ήγαγε προς

Και προσκαλεσάμενος δύο τινάς τών έκατον χιλίαρχον, καί φησιν ο δέσμιος Παύ- τoντάρχων, είπεν: “Ετοιμάσατε στρατιώλος, προσκαλεσάμενός με, ηρώτησε τούτον τας διακοσίους, όπως πορευθώσιν έως Καιτον νεανίαν αγαγείν προς σε, έχοντά τι λα-σαρείας, και ιππείς εβδομήκοντα και δελήσαί σοι.

ξιολάδους διακοσίους, από τρίτης Δρας της

νυκτός he took him, and brought him to the chief captain, and said, Paul the

And he called unto him two centuriens, prisoner called me unto him, and prayed saying, Make ready two hundred soldiers me to bring this young man unto thee, to go to Casarea, and horsemen threewho hath something to say unto thee.

score and ten, and spearmen two hundred,

at the third hour of the night; VER. 19. Επιλαβόμενος δε της χειρός αυτού και

VER. 24. χιλίαρχος, και αναχωρήσας κατ' ιδίαν, Κτήνη τα παραστήσαι, ίνα επιβιβάσανεπυνθάνετο τι έστιν και έχεις απαγγείλαί τες τον Παύλον διασώσωσι προς Φήλικα το 48;

ηγεμόνα

[ocr errors]

to

Α. D. 60. ACTS Χxii. 24-35.-ΧΧιν. 1, 2.

Α. D. 60. And provide them beasts, that they | λον, ήγαγον δια της νυκτός εις την 'Αντιmay set Paul on, and bring him sufe unto natpida. Felir the governor.

Then the soldiers, as it was command

ed them, took Paul, and brought him by VER. 25.

night to Antipatris. Γράψας επιστολήν περιέχουσαν τον τύπου τούτου:

VER. 32. And he wrote a letter after this man Τη δε επαύριον εάσαντες τους ιππείς

πορεύεσθαι συν αυτώ, επέστρεψαν εις την VER. 26.

παρεμβολήν. Κλαύδιος Λυσίας των κρατίστων ηγεμόνι On the morrow they left the horsemen Φήλικι, χαίρειν.

go with him, and returned to the castle: Claudius Lysias unto the most excel

VER. 33. lent governor Felir sendeth greeting.

Oΐτινες ασελθόντες εις την Καισάρειας, VER. 27.

και αναδόντες την επιστολήν τώ ηγεμόνι, Τον άνδρα τούτον, συλληφθέντα υπό τών παρέστησαν και τον Παύλον αυτώ. Ιουδαίων, και μέλλοντα αναιρείσθαι υπ' Who, when they came to Cesarea, and αυτών, επιστας συν τω στρατεύματι εξει- | delivered the epistle to the governor, preλόμην αυτόν, μαθών ότι “Ρωμαϊός έστι, sented Paul also before him. This man was taken of the Jews, and

VER. 34. should have been killed of them: then

'Αναγνούς δε ο ηγεμών, και επερωτήσας came I with an army, and rescued him, έκ ποίας επαρχίας έστι, και πυθόμενος ότι having understood that he was a Roman,

από Κιλικίας VER. 28.

And when the governor had read the Βουλόμενος δε γνώναι την αιτίαν δι' ήν | letter, he asked of what province he was, ένεκάλουν αυτώ, κατήγαγον αυτόν εις το And when he understood that he was of συνέδριον αυτών

Cilicia;

VER. 35. And when I would have known the

Διακούσομαί σου, έφη, όταν και οι κα. cause wherefore they accused him, I brought him forth into their council:

τηγοροί σου παραγένωνται. Εκέλευσέ το

αυτόν εν τω πραιτωρίω του Ηρώδου φυλάσ. VER. 29.

σεσθαι. “Ον εύρον εγκαλούμενον περί ζητημάτων I will hear thee, said he, when thing του νόμου αυτών, μηδέν δε άξιον θανάτου | accusers are also come. And he comκαι δεσμών έκγλημα έχοντα.

manded him to be kept in Herod's judge

ment hall. Whom I perceived to be accused of questions of their law, but to have no CHAP. XXIV.-VER. 1. thing laid to his charge worthy of death Μετά δε πέντε ημέρας κατέβη ο Αρχιεor of bonds.

ρεύς 'Ανανίας μετά των πρεσβυτέρων, και VER. 30.

ρήτορος Τερτύλλου τινός, οίτινες ένεφάνισαν Μηνυθείσης δέ μοι επιβουλής εις τον άν- τω ηγεμόνι κατά του Παύλου. δρα μέλλειν έσεσθαι υπό των Ιουδαίων,

And after five days Ananias the High εξαυτής έπεμψα πρός σει, παραγγείλας | Priest descended with the elders, and και τους κατηγόροις λέγειν τα προς αυτόν | with a certain orator named Tertullus, επι συ. "Ερρωσο.

who informed the governor against Paul. And when it was told me how that the Jews laid wait for the man, I sent

VER. 2. straightway to thee, and gave command

Κληθέντος δε αυτού, ήρξατο κατηγορείν ment to his accusers also to say before ο Τερτυλλος, λέγων: Πολλής ερίήνης τωνthee what they had against him. Fare- χάνοντες διά σου, και κατορθωμάτων γινο

μένων τα έθνει τούτω διά της σής προνοίας, VER. 31.

And when he was called forth, TertulΟι μεν ούν στρατιώται, κατά τη διατι- | ιus began to accuse him, saying, Seeing ταγμένου αυτούς, αναλαβόντες του Παύ- Γ that by thee we enjoy great quietness, and

well.

Α. D. 60.
ACTS Χxiv. 3–15.

A. D, 60. hat

very worthy deeds are done unto this And the Jews also assented, saying nution by thy providence,

that these things were so. VER. 3.

VER. 10. Πάντη τε και πανταχού, αποδεχόμεθα,

'Απεκρίθη δε ο Παύλος, νεύσαντος αυτα κράτιστε Φήλιξ, μετά πάσης ευχαριστίας. του ηγεμόνες λέγειν 'Εκ πολλών ετών

όντα σε κριτήν τώ έθνει τούτο επιστά. We accept it always, and in all places, μενος, ευθυμότερον τα περί εμαυτού αποmost noble Felix, with all thankfulness.

λογούμαι: VER. 4.

Then Paul, after that the governor "Ινα δε μή επί πλεϊόν σε έγκόπτω, πα

had beckoned unto him to speak, answer ρακαλώ ακούσαι σε ημών συντόμως τη ση ed, Forasmuch as I know that that has επιεικεία.

been of many years a judge unto this na

tion, I do the more cheerfully answer for Notwithstanding, that I be not fur- myself: ther tedious unto thee, I pray thee that thou wouldest hear us of thy clemency a

* A. D. 53. Felir made procurator few words.

over Judæu. VER. 5.

VER, 11. Ευρόντες γάρ τον άνδρα τούτον λοιμών, Δυναμένου σου γνώναι ότι ο πλείους και κινούντα στάσιν πάσι τοίς Ιουδαίοις εισί μοι ημέραι ή δεκαδύο, άφ' ής ανέβην τους κατά την οικουμένην, πρωτοστάτην τε προσκυνήσων εν Ιερουσαλήμ. της των Ναζωραίων αιρέσεως:

Because that thou mayest understand, For we have found this man a pesti- that there are yet but iwelur days since lent fellow, und, a mover of sedition I went up to Jerusalem for to worship. among all the Jews throughout the world, and a* ringlçader of the sect of

VER. 12. the Nazarenes:

Και ούτε έν τώ ιερώ ευρόν με πρός τινα

διαλεγόμενον, και επισύστασιν ποιούντα VER. 6.

όχλου, ούτε εν ταϊς συναγωγαίς, ούτε κατά “Ος και το ιερόν επείρασε βεβηλώσαι, δν | την πόλιν και εκρατήσαμεν, και κατά την ημέτερον

And they neither found me in the νόμον ήθελήσαμεν κρίνειν.

temple disputing with any man, neither Who also hath gone about to profane ruising up the people, neither in the the temple : whom we took, and would synagogues, nor in the city: have judged according to our law.

VER. 15.
VER. 7.

Ούτε παραστήσαι με δύνανται περί ών Παρελθών δε Λυσίας και χιλίαρχος μετά

νύν κατηγορούσί μου. σολλής βίας εκ των χειρών ημών απήγαγε Neither can they prove the things But the chief captain Lysias cume

whereof they now accuse me. upon us, and with great violence took

VER. 14. him away out of our hands,

Ομολογώ δε τούτο σοι, ότι κατά την

οδον ήν λέγουσιν αίρεσιν, ούτω λατρεύω τα VER. 8. Κελεύσας τους κατηγέρους αυτού έρχεσ. τον νόμον, και τους προφήταις, γεγραμ.

πατρώω Θεώ, πιστεύουν πάσι τοις κατά θαι επί σέ παρ' ου δυνήση αυτός ανακρί-μένοις νας περί πάντων τούτων επιγνώναι, ών ημείς κατηγορούμεν αυτού.

But this I confess unto thee, that after

the way which they call heresy, so wor. Commanding his accusers to come unto ship 1 the God of my fathers, believing thee: by examining of whom thyself may all things which are written in the Law ést take knowledge of all these things, and in the Prophets: whereof we accuse him.

VER. 15,
VER. 9.

"Ελπίδα έχων εις τον Θεόν, ήν και αυτοί Συνέθεντο δε και οι Ιουδαϊσι, φάσκοντες ούτοι προσδέχονται, ανάστασιν μέλλειν ταύτα ούτως έχειν.

έσεσθαι νεκρών, δικαίων τε και αδίκων,

« PreviousContinue »